Η Ουάσιγκτον σχεδιάζει μια νέα στρατιωτική αναμέτρηση, το Ισραήλ πιέζει για κλιμάκωση και η ιρανική ηγεσία αρνείται να διαπραγματευτεί υπό την απειλή των βομβαρδισμών - Η παρέμβαση του JD Vance προς τον Mohsen Rezaei αποκαλύπτει ότι, ακόμη και μέσα στον Λευκό Οίκο, υπάρχουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής επιλογής
(upd 2) Η Μέση Ανατολή βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας τρίτης, ακόμη καταστροφικότερης πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ των ΗΠΑ, του Ισραήλ και του Ιράν.
Η απειλή δεν περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή πυρηνικές υποδομές.
Στο επίκεντρο των σεναρίων που κυκλοφορούν βρίσκεται η ίδια η οικονομική και κοινωνική λειτουργία της Ισλαμικής Δημοκρατίας: ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί, γέφυρες, ενεργειακά δίκτυα, διυλιστήρια και ζωτικές εγκαταστάσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Donald Trump θα επιλέξει ξανά τον δρόμο της στρατιωτικής κλιμάκωσης, ακολουθώντας τις εισηγήσεις του Benjamin Netanyahu και των επιθετικότερων κύκλων της αμερικανικής κυβέρνησης, ή εάν θα επιτρέψει στη διπλωματία να αποτρέψει μια σύγκρουση με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η ιστορία των προηγούμενων αναμετρήσεων έχει δημιουργήσει στην Τεχεράνη μια βαθιά πεποίθηση: οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια, αλλά διαδοχικές φάσεις μιας ευρύτερης στρατηγικής εξαναγκασμού.
Από τον πόλεμο των δώδεκα ημερών μέχρι την αναμέτρηση που άρχισε με τη δολοφονία του Ali Khamenei στις 28 Φεβρουαρίου 2026, η ιρανική ηγεσία βλέπει μια συνεχή προσπάθεια αποδυνάμωσης της χώρας και επιβολής πολιτικών όρων μέσω στρατιωτικής ισχύος.
Σήμερα, το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων στις υποδομές ενισχύει την εκτίμηση ότι ο επόμενος πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει ακριβώς από το σημείο όπου σταμάτησε η προηγούμενη κλιμάκωση.
Ο πόλεμος των υποδομών και η απειλή εθνικής καταστροφής - Οι 77 στόχοι ΗΠΑ, Ισραήλ
Στα αραβικά μέσα ενημέρωσης κυκλοφορούν ιδιαίτερα ανησυχητικά σενάρια για μια ενδεχόμενη αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση.
Αναφέρονται μαζικά πλήγματα εναντίον του ηλεκτρικού δικτύου, των συγκοινωνιακών αρτηριών και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Ορισμένες ανεπιβεβαίωτες αναφορές κάνουν λόγο για επιθέσεις σε 68 εγκαταστάσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, εννέα σταθμούς παραγωγής και δεκάδες γέφυρες σε 31 ιρανικές επαρχίες.
Αναλυτές κάνουν λόγο συνολικά για 77 στόχους.
Άλλα σενάρια περιλαμβάνουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις σε Natanz και Fordow, στρατιωτικές υποδομές στην Parchin, ακόμη και το διυλιστήριο της Abadan.
Η ουσία του κινδύνου παραμένει εξαιρετικά σοβαρή.
Μια εκτεταμένη επίθεση εναντίον ζωτικών πολιτικών υποδομών δεν θα συνιστούσε απλώς στρατιωτική επιχείρηση.
Θα μπορούσε να προκαλέσει ανθρωπιστική καταστροφή, στερώντας από εκατομμύρια πολίτες ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, καύσιμα και βασικές υπηρεσίες.
Πρόκειται για την πιο επικίνδυνη μορφή πολέμου εξαναγκασμού: την προσπάθεια να επιβληθεί πολιτική υποχώρηση μέσω της παράλυσης μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ο Chris Murphy αποκαλύπτει τον κίνδυνο
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στην Τεχεράνη.
Στις ίδιες τις ΗΠΑ, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Chris Murphy προχώρησε σε μια ιδιαίτερα σοβαρή προειδοποίηση.
Μιλώντας στο Middle East Institute, στις 28 Οκτωβρίου, αποκάλυψε ότι είχε ενημερωθεί για σχεδιασμό νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Χαρακτήρισε το σχέδιο «παράλογο», προειδοποιώντας ότι δεν θα πετύχει τους στόχους του και θα προκαλέσει νέο κύκλο καταστροφικής κλιμάκωσης.
Εξέφρασε επίσης ανησυχίες για τις συνέπειες στο κράτος δικαίου.
Η παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή υπονομεύει το επιχείρημα ότι μια νέα επίθεση μπορεί να αποτελέσει σύντομη, ελεγχόμενη στρατιωτική επιχείρηση.
Το Ιράν δεν είναι μια χώρα χωρίς δυνατότητες αντίδρασης.
Διαθέτει σημαντική στρατιωτική ισχύ, πυραυλικές δυνατότητες και τη γεωγραφική θέση να επηρεάσει καθοριστικά την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου.
Επομένως, όποιος σχεδιάζει μια νέα αναμέτρηση με την προσδοκία ότι η Τεχεράνη θα αποδεχθεί παθητικά την καταστροφή των υποδομών της ενδέχεται να οδηγηθεί σε επικίνδυνο στρατηγικό σφάλμα.

Chris Murphy
Φλέγεται το Hormuz: Έκρηξη σε super tanker με 2.000.000 βαρέλια πετρελαίου – Τρίτο πλήγμα μέσα σε μία ημέρα
Την ίδια στιγμή νέα επικίνδυνη κλιμάκωση σημειώνεται στα Στενά του Hormuz, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν ότι υπερδεξαμενόπλοιο που μετέφερε περισσότερα από δύο εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου χτύπησε σε θαλάσσια νάρκη, με αποτέλεσμα να σημειωθεί ισχυρή έκρηξη και να εκδηλωθεί πυρκαγιά.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Tasnim, η ανακοίνωση του Ναυτικού των Φρουρών της Επανάστασης εκδόθηκε την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου και αναφέρει ότι το πλοίο επιχειρούσε να διασχίσει μη εγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή.
Το υπερδεξαμενόπλοιo παραμένει φλεγόμενο στην είσοδο των στρατηγικής σημασίας Στενών του Hormuz.
Πρόκειται, σύμφωνα με την Τεχεράνη, για το τρίτο δεξαμενόπλοιο που πλήττεται μέσα στην ίδια ημέρα, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Οι ιρανικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα προηγούμενα δύο πλοία αγνόησαν προειδοποιήσεις και επιχείρησαν να κινηθούν μέσω απαγορευμένων περιοχών, παρά τους κινδύνους.

Το νέο όπλο του Ιράν στα Στενά του Hormuz: Μαγνητικές νάρκες αλλάζουν τους κανόνες του πολέμου
Την ίδια στιγμή μια νέα διάσταση αποκτά η στρατιωτική αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο, καθώς οι εξελίξεις στα Στενά του Hormuz αποκαλύπτουν τη δυνατότητα παράλυσης της διεθνούς ναυσιπλοΐας με μέσα χαμηλού κόστους.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters το δεξαμενόπλοιο Louise 1, με σημαία Παναμά, χτυπήθηκε από δύο μαγνητικές νάρκες τύπου limpet, οι οποίες τοποθετήθηκαν στο κύτος του από μικρό σκάφος.
Οι εκρήξεις προκάλεσαν πυρκαγιά στο μηχανοστάσιο και προσωρινή ακινητοποίηση του πλοίου.
Το πλήρωμα παρέμεινε ασφαλές και το δεξαμενόπλοιο συνέχισε αργότερα την πορεία του.
Η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον, καθώς το Reuters είχε ήδη αποκαλύψει στις 14 Οκτωβρίου, επικαλούμενο δύο ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους, ότι το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) τροποποιεί τις τακτικές της εναντίον πλοίων που θεωρεί ότι παραβιάζουν τους περιορισμούς διέλευσης.
Η σημασία αυτής της μεταβολής είναι τεράστια.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να επιδιώξει μια συμβατική ναυτική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ για να προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στις ενεργειακές μεταφορές.
Ακόμη και περιορισμένα περιστατικά μπορούν να αυξήσουν το κόστος ασφάλισης, να αποθαρρύνουν ναυτιλιακές εταιρείες και να επιβαρύνουν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Η επιστολή του JD Vance και το νέο διπλωματικό κανάλι
Μέσα σε αυτή την επικίνδυνη συγκυρία, μια πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία: η απευθείας επικοινωνία του Αμερικανού αντιπροέδρου JD Vance με τον Mohsen Rezaei, γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν και πρώην διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης.
Σύμφωνα με τη Washington Post της 29ης Οκτωβρίου, ο Λευκός Οίκος θεωρεί πλέον τον Rezaei έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν εσωτερική συναίνεση για μια συμφωνία.
Ο Vance φέρεται να δήλωσε πρόθυμος ακόμη και για προσωπική συνάντηση, με αντικείμενο μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία βασισμένη στα εθνικά συμφέροντα των δύο πλευρών.
Η εξέλιξη αποτελεί έμμεση αναγνώριση ότι η αμερικανική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει δεσμεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, απαιτεί σεβασμό στην κυριαρχία της, άρση των κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και τερματισμό των εχθροπραξιών.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς ποιος θα καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών, αλλά εάν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τη λογική σύμφωνα με την οποία το Ιράν οφείλει πρώτα να υποχωρήσει και μόνο στη συνέχεια να λάβει ανταλλάγματα.

Γιατί η Ουάσιγκτον στρέφεται στον Mohsen Rezaei
Η επιλογή του Rezaei δεν είναι τυχαία.
Σε αντίθεση με έναν παραδοσιακό διπλωμάτη, διαθέτει πολύχρονη εμπειρία στον στρατιωτικό και πολιτικό μηχανισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Οι αμερικανικές εκτιμήσεις, όπως παρουσιάζονται στη Washington Post, τον θεωρούν πρόσωπο με δυνατότητα επικοινωνίας με τον ανώτατο ηγέτη Mojtaba Khamenei και επιρροή στους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις στρατηγικές αποφάσεις.
Αυτό αποκτά βαρύτητα μετά τις προηγούμενες επαφές του Vance με τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου Mohammad Bagher Ghalibaf στην Islamabad, οι οποίες δεν εξασφάλισαν μια διαρκή διευθέτηση.
Ωστόσο, η προσέγγιση του Rezaei δεν συνεπάγεται απαραίτητα παραγκωνισμό του Ghalibaf ή του υπουργού Εξωτερικών Abbas Araghchi.
Αντιθέτως, μπορεί να υποδηλώνει ότι η αμερικανική πλευρά αντιλαμβάνεται πλέον πως καμία συμφωνία δεν μπορεί να επιβληθεί παρακάμπτοντας τις βασικές δομές εθνικής ασφάλειας του Ιράν.
Αυτή ακριβώς είναι και η αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής: εκείνοι που παρουσιάζονται επί χρόνια ως αδιάλλακτοι αντίπαλοι της Δύσης αναγνωρίζονται σήμερα ως πιθανοί εγγυητές μιας βιώσιμης ειρήνης.

Η Τεχεράνη δεν αποδέχεται διπλωματία υπό απειλή
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις συνομιλίες παραμένει η έλλειψη εμπιστοσύνης.
Η ιρανική ηγεσία έχει βιώσει επανειλημμένα διπλωματικές διαδικασίες που δεν απέτρεψαν τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Γι' αυτό αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε νέα αμερικανική πρωτοβουλία όταν αυτή συνοδεύεται από απειλές βομβαρδισμών.
Σύμφωνα με τον Guardian, ο Ghalibaf επιμένει ότι πρόοδος είναι δυνατή μόνο εφόσον γίνουν αποδεκτές οι επτά ιρανικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται η άρση κυρώσεων και η παύση του πολέμου στα διάφορα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Η διαφωνία αφορά κυρίως τη σειρά εφαρμογής των δεσμεύσεων.
Οι ΗΠΑ θέλουν πρώτα συγκεκριμένες ιρανικές πυρηνικές παραχωρήσεις.
Το Ιράν αρνείται να εγκαταλείψει τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά του χαρτιά χωρίς προηγούμενες, επαληθεύσιμες αμερικανικές ενέργειες.
Δεν πρόκειται για μια ασήμαντη διαδικαστική διαφορά. Αφορά την ουσία της εθνικής κυριαρχίας και την αξιοπιστία οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας.
Μια διευθέτηση που θα εκλαμβάνεται από την ιρανική κοινωνία ως προϊόν στρατιωτικού εκβιασμού δύσκολα θα αποκτήσει σταθερά πολιτικά θεμέλια.

Οι διαμεσολαβητές και ο φόβος μιας περιφερειακής έκρηξης
Το Κατάρ έχει αναλάβει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις πρόσφατες διπλωματικές επαφές, ενώ το Πακιστάν, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία συμμετέχουν σε προσπάθειες αποτροπής νέας σύγκρουσης.
Στις 30 Οκτωβρίου αναφέρθηκε νέα αποστολή διαμεσολαβητών του Κατάρ στην Τεχεράνη, σε συντονισμό με την Ουάσιγκτον.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε επιβεβαιωθεί επίσημη ιρανική απάντηση στην επιστολή του Vance.
Οι περιφερειακές κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται ότι ένας τρίτος πόλεμος δεν θα περιοριστεί αναγκαστικά στα ιρανικά σύνορα.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν κρίσιμο πέρασμα για το διεθνές ενεργειακό εμπόριο.
Μια γενικευμένη αναμέτρηση θα μπορούσε να προκαλέσει ενεργειακούς κλυδωνισμούς, να απειλήσει εμπορικές μεταφορές και να δημιουργήσει πρωτοφανείς κινδύνους για τις οικονομίες του Κόλπου.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να αποκτήσει δυναμική την οποία ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Ισραήλ θα ήταν σε θέση να ελέγξουν πλήρως.

Το στρατηγικό δίλημμα του Trump
Η κυβέρνηση Trump βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που υπερβαίνει την πολιτική αντιπαράθεση με το Ιράν.
Μπορεί να επιδιώξει έναν ακόμη γύρο στρατιωτικών πληγμάτων, ελπίζοντας ότι η οικονομική εξάντληση θα αναγκάσει την Τεχεράνη να υποχωρήσει.
Μπορεί όμως και να αναγνωρίσει ότι οι προηγούμενες επιχειρήσεις δεν εξασφάλισαν μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση.
Η δεύτερη επιλογή δεν προϋποθέτει αποδοχή όλων των ιρανικών θέσεων.
Προϋποθέτει αναγνώριση του Ιράν ως κράτους με νόμιμα συμφέροντα ασφαλείας και δικαίωμα σε διαπραγματεύσεις χωρίς την απειλή εθνικής καταστροφής.
Η στρατηγική της απόλυτης πίεσης απέτυχε μέχρι σήμερα να επιβάλει μια οριστική ιρανική συνθηκολόγηση.
Η επανάληψή της σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα δεν εγγυάται διαφορετικό αποτέλεσμα.
Αντίθετα, όσο διευρύνονται οι στόχοι των στρατιωτικών επιθέσεων, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας περιφερειακής σύγκρουσης χωρίς σαφές όριο.
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί την αντίσταση στη στρατιωτική πίεση ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Η βεβαιότητα ότι ένας νέος βομβαρδισμός θα το αναγκάσει να εγκαταλείψει αυτή τη θέση αποτελεί περισσότερο πολιτική προσδοκία παρά ασφαλή στρατηγική εκτίμηση.
Ο τρίτος πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος. Θα είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.
Η επιστολή του JD Vance προς τον Mohsen Rezaei προσφέρει μια πραγματική, αν και εύθραυστη, δυνατότητα αποκλιμάκωσης.
Εάν ο Donald Trump επιλέξει να ακολουθήσει την επιθετική λογική του Benjamin Netanyahu και των υποστηρικτών μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης, θα αναλάβει την ευθύνη ενός κινδύνου που εκτείνεται πολύ πέρα από το Ιράν.
Εάν, αντίθετα, επιτρέψει στη διπλωματία να λειτουργήσει στη βάση αμοιβαίων και επαληθεύσιμων δεσμεύσεων, θα μπορούσε να αποτρέψει μια καταστροφή που δεν θα είχε πραγματικούς νικητές.
Η Τεχεράνη δεν ζητά την άδεια της Ουάσιγκτον για να υπάρχει ως κυρίαρχο κράτος.
Ζητά να σταματήσει η απειλή ότι η κυριαρχία της μπορεί να ακυρώνεται κάθε φορά που οι αμερικανικοί σχεδιασμοί προσκρούουν στην ιρανική αντίσταση.
Και αυτό είναι τελικά το πραγματικό διακύβευμα: όχι αν οι ΗΠΑ διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ να πλήξουν ξανά το Ιράν, αλλά αν διαθέτουν την πολιτική βούληση να αποδεχθούν ότι η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στα ερείπιά του.
www.bankingnews.gr
Η απειλή δεν περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή πυρηνικές υποδομές.
Στο επίκεντρο των σεναρίων που κυκλοφορούν βρίσκεται η ίδια η οικονομική και κοινωνική λειτουργία της Ισλαμικής Δημοκρατίας: ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί, γέφυρες, ενεργειακά δίκτυα, διυλιστήρια και ζωτικές εγκαταστάσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Donald Trump θα επιλέξει ξανά τον δρόμο της στρατιωτικής κλιμάκωσης, ακολουθώντας τις εισηγήσεις του Benjamin Netanyahu και των επιθετικότερων κύκλων της αμερικανικής κυβέρνησης, ή εάν θα επιτρέψει στη διπλωματία να αποτρέψει μια σύγκρουση με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η ιστορία των προηγούμενων αναμετρήσεων έχει δημιουργήσει στην Τεχεράνη μια βαθιά πεποίθηση: οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια, αλλά διαδοχικές φάσεις μιας ευρύτερης στρατηγικής εξαναγκασμού.
Από τον πόλεμο των δώδεκα ημερών μέχρι την αναμέτρηση που άρχισε με τη δολοφονία του Ali Khamenei στις 28 Φεβρουαρίου 2026, η ιρανική ηγεσία βλέπει μια συνεχή προσπάθεια αποδυνάμωσης της χώρας και επιβολής πολιτικών όρων μέσω στρατιωτικής ισχύος.
Σήμερα, το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων στις υποδομές ενισχύει την εκτίμηση ότι ο επόμενος πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει ακριβώς από το σημείο όπου σταμάτησε η προηγούμενη κλιμάκωση.
Ο πόλεμος των υποδομών και η απειλή εθνικής καταστροφής - Οι 77 στόχοι ΗΠΑ, Ισραήλ
Στα αραβικά μέσα ενημέρωσης κυκλοφορούν ιδιαίτερα ανησυχητικά σενάρια για μια ενδεχόμενη αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση.
Αναφέρονται μαζικά πλήγματα εναντίον του ηλεκτρικού δικτύου, των συγκοινωνιακών αρτηριών και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Ορισμένες ανεπιβεβαίωτες αναφορές κάνουν λόγο για επιθέσεις σε 68 εγκαταστάσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, εννέα σταθμούς παραγωγής και δεκάδες γέφυρες σε 31 ιρανικές επαρχίες.
Αναλυτές κάνουν λόγο συνολικά για 77 στόχους.
Άλλα σενάρια περιλαμβάνουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις σε Natanz και Fordow, στρατιωτικές υποδομές στην Parchin, ακόμη και το διυλιστήριο της Abadan.
Η ουσία του κινδύνου παραμένει εξαιρετικά σοβαρή.
Μια εκτεταμένη επίθεση εναντίον ζωτικών πολιτικών υποδομών δεν θα συνιστούσε απλώς στρατιωτική επιχείρηση.
Θα μπορούσε να προκαλέσει ανθρωπιστική καταστροφή, στερώντας από εκατομμύρια πολίτες ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, καύσιμα και βασικές υπηρεσίες.
Πρόκειται για την πιο επικίνδυνη μορφή πολέμου εξαναγκασμού: την προσπάθεια να επιβληθεί πολιτική υποχώρηση μέσω της παράλυσης μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ο Chris Murphy αποκαλύπτει τον κίνδυνο
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στην Τεχεράνη.
Στις ίδιες τις ΗΠΑ, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Chris Murphy προχώρησε σε μια ιδιαίτερα σοβαρή προειδοποίηση.
Μιλώντας στο Middle East Institute, στις 28 Οκτωβρίου, αποκάλυψε ότι είχε ενημερωθεί για σχεδιασμό νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Χαρακτήρισε το σχέδιο «παράλογο», προειδοποιώντας ότι δεν θα πετύχει τους στόχους του και θα προκαλέσει νέο κύκλο καταστροφικής κλιμάκωσης.
Εξέφρασε επίσης ανησυχίες για τις συνέπειες στο κράτος δικαίου.
Η παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή υπονομεύει το επιχείρημα ότι μια νέα επίθεση μπορεί να αποτελέσει σύντομη, ελεγχόμενη στρατιωτική επιχείρηση.
Το Ιράν δεν είναι μια χώρα χωρίς δυνατότητες αντίδρασης.
Διαθέτει σημαντική στρατιωτική ισχύ, πυραυλικές δυνατότητες και τη γεωγραφική θέση να επηρεάσει καθοριστικά την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου.
Επομένως, όποιος σχεδιάζει μια νέα αναμέτρηση με την προσδοκία ότι η Τεχεράνη θα αποδεχθεί παθητικά την καταστροφή των υποδομών της ενδέχεται να οδηγηθεί σε επικίνδυνο στρατηγικό σφάλμα.

Chris Murphy
Φλέγεται το Hormuz: Έκρηξη σε super tanker με 2.000.000 βαρέλια πετρελαίου – Τρίτο πλήγμα μέσα σε μία ημέρα
Την ίδια στιγμή νέα επικίνδυνη κλιμάκωση σημειώνεται στα Στενά του Hormuz, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν ότι υπερδεξαμενόπλοιο που μετέφερε περισσότερα από δύο εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου χτύπησε σε θαλάσσια νάρκη, με αποτέλεσμα να σημειωθεί ισχυρή έκρηξη και να εκδηλωθεί πυρκαγιά.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Tasnim, η ανακοίνωση του Ναυτικού των Φρουρών της Επανάστασης εκδόθηκε την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου και αναφέρει ότι το πλοίο επιχειρούσε να διασχίσει μη εγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή.
Το υπερδεξαμενόπλοιo παραμένει φλεγόμενο στην είσοδο των στρατηγικής σημασίας Στενών του Hormuz.
Πρόκειται, σύμφωνα με την Τεχεράνη, για το τρίτο δεξαμενόπλοιο που πλήττεται μέσα στην ίδια ημέρα, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Οι ιρανικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα προηγούμενα δύο πλοία αγνόησαν προειδοποιήσεις και επιχείρησαν να κινηθούν μέσω απαγορευμένων περιοχών, παρά τους κινδύνους.

Το νέο όπλο του Ιράν στα Στενά του Hormuz: Μαγνητικές νάρκες αλλάζουν τους κανόνες του πολέμου
Την ίδια στιγμή μια νέα διάσταση αποκτά η στρατιωτική αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο, καθώς οι εξελίξεις στα Στενά του Hormuz αποκαλύπτουν τη δυνατότητα παράλυσης της διεθνούς ναυσιπλοΐας με μέσα χαμηλού κόστους.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters το δεξαμενόπλοιο Louise 1, με σημαία Παναμά, χτυπήθηκε από δύο μαγνητικές νάρκες τύπου limpet, οι οποίες τοποθετήθηκαν στο κύτος του από μικρό σκάφος.
Οι εκρήξεις προκάλεσαν πυρκαγιά στο μηχανοστάσιο και προσωρινή ακινητοποίηση του πλοίου.
Το πλήρωμα παρέμεινε ασφαλές και το δεξαμενόπλοιο συνέχισε αργότερα την πορεία του.
Η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον, καθώς το Reuters είχε ήδη αποκαλύψει στις 14 Οκτωβρίου, επικαλούμενο δύο ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους, ότι το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) τροποποιεί τις τακτικές της εναντίον πλοίων που θεωρεί ότι παραβιάζουν τους περιορισμούς διέλευσης.
Η σημασία αυτής της μεταβολής είναι τεράστια.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να επιδιώξει μια συμβατική ναυτική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ για να προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στις ενεργειακές μεταφορές.
Ακόμη και περιορισμένα περιστατικά μπορούν να αυξήσουν το κόστος ασφάλισης, να αποθαρρύνουν ναυτιλιακές εταιρείες και να επιβαρύνουν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Η επιστολή του JD Vance και το νέο διπλωματικό κανάλι
Μέσα σε αυτή την επικίνδυνη συγκυρία, μια πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία: η απευθείας επικοινωνία του Αμερικανού αντιπροέδρου JD Vance με τον Mohsen Rezaei, γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν και πρώην διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης.
Σύμφωνα με τη Washington Post της 29ης Οκτωβρίου, ο Λευκός Οίκος θεωρεί πλέον τον Rezaei έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν εσωτερική συναίνεση για μια συμφωνία.
Ο Vance φέρεται να δήλωσε πρόθυμος ακόμη και για προσωπική συνάντηση, με αντικείμενο μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία βασισμένη στα εθνικά συμφέροντα των δύο πλευρών.
Η εξέλιξη αποτελεί έμμεση αναγνώριση ότι η αμερικανική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει δεσμεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, απαιτεί σεβασμό στην κυριαρχία της, άρση των κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και τερματισμό των εχθροπραξιών.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς ποιος θα καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών, αλλά εάν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τη λογική σύμφωνα με την οποία το Ιράν οφείλει πρώτα να υποχωρήσει και μόνο στη συνέχεια να λάβει ανταλλάγματα.

Γιατί η Ουάσιγκτον στρέφεται στον Mohsen Rezaei
Η επιλογή του Rezaei δεν είναι τυχαία.
Σε αντίθεση με έναν παραδοσιακό διπλωμάτη, διαθέτει πολύχρονη εμπειρία στον στρατιωτικό και πολιτικό μηχανισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Οι αμερικανικές εκτιμήσεις, όπως παρουσιάζονται στη Washington Post, τον θεωρούν πρόσωπο με δυνατότητα επικοινωνίας με τον ανώτατο ηγέτη Mojtaba Khamenei και επιρροή στους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις στρατηγικές αποφάσεις.
Αυτό αποκτά βαρύτητα μετά τις προηγούμενες επαφές του Vance με τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου Mohammad Bagher Ghalibaf στην Islamabad, οι οποίες δεν εξασφάλισαν μια διαρκή διευθέτηση.
Ωστόσο, η προσέγγιση του Rezaei δεν συνεπάγεται απαραίτητα παραγκωνισμό του Ghalibaf ή του υπουργού Εξωτερικών Abbas Araghchi.
Αντιθέτως, μπορεί να υποδηλώνει ότι η αμερικανική πλευρά αντιλαμβάνεται πλέον πως καμία συμφωνία δεν μπορεί να επιβληθεί παρακάμπτοντας τις βασικές δομές εθνικής ασφάλειας του Ιράν.
Αυτή ακριβώς είναι και η αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής: εκείνοι που παρουσιάζονται επί χρόνια ως αδιάλλακτοι αντίπαλοι της Δύσης αναγνωρίζονται σήμερα ως πιθανοί εγγυητές μιας βιώσιμης ειρήνης.

Η Τεχεράνη δεν αποδέχεται διπλωματία υπό απειλή
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις συνομιλίες παραμένει η έλλειψη εμπιστοσύνης.
Η ιρανική ηγεσία έχει βιώσει επανειλημμένα διπλωματικές διαδικασίες που δεν απέτρεψαν τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Γι' αυτό αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε νέα αμερικανική πρωτοβουλία όταν αυτή συνοδεύεται από απειλές βομβαρδισμών.
Σύμφωνα με τον Guardian, ο Ghalibaf επιμένει ότι πρόοδος είναι δυνατή μόνο εφόσον γίνουν αποδεκτές οι επτά ιρανικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται η άρση κυρώσεων και η παύση του πολέμου στα διάφορα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Η διαφωνία αφορά κυρίως τη σειρά εφαρμογής των δεσμεύσεων.
Οι ΗΠΑ θέλουν πρώτα συγκεκριμένες ιρανικές πυρηνικές παραχωρήσεις.
Το Ιράν αρνείται να εγκαταλείψει τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά του χαρτιά χωρίς προηγούμενες, επαληθεύσιμες αμερικανικές ενέργειες.
Δεν πρόκειται για μια ασήμαντη διαδικαστική διαφορά. Αφορά την ουσία της εθνικής κυριαρχίας και την αξιοπιστία οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας.
Μια διευθέτηση που θα εκλαμβάνεται από την ιρανική κοινωνία ως προϊόν στρατιωτικού εκβιασμού δύσκολα θα αποκτήσει σταθερά πολιτικά θεμέλια.

Οι διαμεσολαβητές και ο φόβος μιας περιφερειακής έκρηξης
Το Κατάρ έχει αναλάβει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις πρόσφατες διπλωματικές επαφές, ενώ το Πακιστάν, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία συμμετέχουν σε προσπάθειες αποτροπής νέας σύγκρουσης.
Στις 30 Οκτωβρίου αναφέρθηκε νέα αποστολή διαμεσολαβητών του Κατάρ στην Τεχεράνη, σε συντονισμό με την Ουάσιγκτον.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε επιβεβαιωθεί επίσημη ιρανική απάντηση στην επιστολή του Vance.
Οι περιφερειακές κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται ότι ένας τρίτος πόλεμος δεν θα περιοριστεί αναγκαστικά στα ιρανικά σύνορα.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν κρίσιμο πέρασμα για το διεθνές ενεργειακό εμπόριο.
Μια γενικευμένη αναμέτρηση θα μπορούσε να προκαλέσει ενεργειακούς κλυδωνισμούς, να απειλήσει εμπορικές μεταφορές και να δημιουργήσει πρωτοφανείς κινδύνους για τις οικονομίες του Κόλπου.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να αποκτήσει δυναμική την οποία ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Ισραήλ θα ήταν σε θέση να ελέγξουν πλήρως.

Το στρατηγικό δίλημμα του Trump
Η κυβέρνηση Trump βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που υπερβαίνει την πολιτική αντιπαράθεση με το Ιράν.
Μπορεί να επιδιώξει έναν ακόμη γύρο στρατιωτικών πληγμάτων, ελπίζοντας ότι η οικονομική εξάντληση θα αναγκάσει την Τεχεράνη να υποχωρήσει.
Μπορεί όμως και να αναγνωρίσει ότι οι προηγούμενες επιχειρήσεις δεν εξασφάλισαν μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση.
Η δεύτερη επιλογή δεν προϋποθέτει αποδοχή όλων των ιρανικών θέσεων.
Προϋποθέτει αναγνώριση του Ιράν ως κράτους με νόμιμα συμφέροντα ασφαλείας και δικαίωμα σε διαπραγματεύσεις χωρίς την απειλή εθνικής καταστροφής.
Η στρατηγική της απόλυτης πίεσης απέτυχε μέχρι σήμερα να επιβάλει μια οριστική ιρανική συνθηκολόγηση.
Η επανάληψή της σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα δεν εγγυάται διαφορετικό αποτέλεσμα.
Αντίθετα, όσο διευρύνονται οι στόχοι των στρατιωτικών επιθέσεων, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας περιφερειακής σύγκρουσης χωρίς σαφές όριο.
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί την αντίσταση στη στρατιωτική πίεση ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Η βεβαιότητα ότι ένας νέος βομβαρδισμός θα το αναγκάσει να εγκαταλείψει αυτή τη θέση αποτελεί περισσότερο πολιτική προσδοκία παρά ασφαλή στρατηγική εκτίμηση.
Ο τρίτος πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος. Θα είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.
Η επιστολή του JD Vance προς τον Mohsen Rezaei προσφέρει μια πραγματική, αν και εύθραυστη, δυνατότητα αποκλιμάκωσης.
Εάν ο Donald Trump επιλέξει να ακολουθήσει την επιθετική λογική του Benjamin Netanyahu και των υποστηρικτών μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης, θα αναλάβει την ευθύνη ενός κινδύνου που εκτείνεται πολύ πέρα από το Ιράν.
Εάν, αντίθετα, επιτρέψει στη διπλωματία να λειτουργήσει στη βάση αμοιβαίων και επαληθεύσιμων δεσμεύσεων, θα μπορούσε να αποτρέψει μια καταστροφή που δεν θα είχε πραγματικούς νικητές.
Η Τεχεράνη δεν ζητά την άδεια της Ουάσιγκτον για να υπάρχει ως κυρίαρχο κράτος.
Ζητά να σταματήσει η απειλή ότι η κυριαρχία της μπορεί να ακυρώνεται κάθε φορά που οι αμερικανικοί σχεδιασμοί προσκρούουν στην ιρανική αντίσταση.
Και αυτό είναι τελικά το πραγματικό διακύβευμα: όχι αν οι ΗΠΑ διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ να πλήξουν ξανά το Ιράν, αλλά αν διαθέτουν την πολιτική βούληση να αποδεχθούν ότι η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στα ερείπιά του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών